γράφει η Χριστίνα Χαντζαρίδου
Νύχτα ακόμη πυκνή,
φως ακόμη να φανεί,
Πορεύομαι
σα σε θόλο από δένδρα τρανά,
Σα σε στόμα ορθάνοιχτο,
κοιτώντας να φτάσω στο λάρυγγα.
Κάνει σκοτεινιά και κρύο.
Πύο και αποφορά !
Τα φύλλα,
στρώματα υγρά και δύσοσμα,
στην ανάμιξή τους με τη λάσπη.
Αφόρητη σιωπή!
Κανένας ήχος μες τη σιγαλιά.
Αφουγκράζομαι τριγύρω.
ΑΚΟΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ;
Τα πόδια μου φορές δεν με κρατούν,
Λυγίζουν τα γόνατα,
γυρεύουνε το χώμα.
-Στάσου ορθή, ανακαλώ.
-Τι σ’ έπιασε κι αποζητάς να κυλιστείς κει χάμω;
-Μικρή, αισθάνομαι, κι αδύναμη,
Για πού ξεκίνησα να πάω;
Μη μου εφάνει εύκολο το μονοπάτι τούτο,
κι έχει περάσει πια καιρός
Και πάλι αναρωτιέμαι:
ΕΧΕΙΣ ΨΥΧΗ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΝΑ ΠΟΡΕΥΤΕΙΣ ΑΚΟΜΗ;
Κι εκεί,
Τη βλέπω να’ ρχεται κι ανατριχιάζω όλη.
Βάνω τα κλάματα μεμιάς.
-Πώς τόλμησα ν’ αποθαρρέψω,
πώς τόλμησα να πλανηθώ;
Τη βλέπω, στέκετ’ εμπρός μου,
αναμαλλιασμένη.
Φιγούρα αιθέρια,
λευκή σαν απ’ αλλού φερμένη.
Οσφραίνομαι την αύρα της,
και δυναμώνω πάλι.
Δεν ακουμπά στη Γη,
μα με κοιτά με γλύκα μες τα μάτια.
Το βλέμμα της με ηρεμεί,
ορθώνω και τους ώμους.
Ναι, μπρος τραβώ ολοταχώς
κι ας είναι ακόμη νύχτα.
Κι ας θωρώ το τίποτα,
χωμένο μες τη λάσπη.
Ακούω τη καρδούλα μου,
που μόνο αυτό μηνύει:
-Βάδει σιγά και συνετά,
Βάδει με την ψυχή σου,
στο μονοπάτι που όρισες
Και που αφιερώθεις.
Μη νοιάζεσαι,
πόσο ακόμη έχεις
Αν τα’ χεις καταφέρει,
αν δυνατή σε λεν,
Κι αν σε θυμούνται ακόμη
Τον χτύπο μου άκου και αργά,
κινήσου προς τον θόλο
Θα ‘ρθει η μέρα που θα βρεις
Την Πολυπόθητή σου,
Και μέσα της θα αφεθείς
Ζαφείρι διάφανο,
Και μέσα της θα αγιαστείς,
Κρυστάλλινη ανάσα,
Μέρος του κόσμου ετούτου και της Γης,
Μέρος της θάλασσας και της χαραυγής.
- See more at: http://www.lightworker.gr/?p=13701#sthash.8IrNTJEj.dpuf
Νύχτα πυκνή κι αφόρητη,
φως ακόμη να φανεί,
Πορεύομαι
σα σε θόλο από δένδρα τρανά,
Σα σε στόμα ορθάνοιχτο,
να φτάσω στο λάρυγγα.
Κάνει σκοτεινιά και κρύο.
Πύο και αποφορά !
Τα φύλλα,
στρώματα υγρά και δύσοσμα,
δεμένα με τη λάσπη.
Κανένας ήχος μες τη σιγαλιά.
ΑΚΟΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ;
Λυγίζουν γόνατα,
γυρεύουνε το χώμα.
-Στάσου ορθή, ανακαλώ.
-Τι σ’ έπιασε κι αποζητάς να κυλιστείς κει χάμω;
-Μικρή, αισθάνομαι, κι αδύναμη,
Για πού ξεκίνησα να πάω;
Μη μου εφάνει εύκολο το μονοπάτι τούτο,
κι έχει περάσει πια καιρός
Και πάλι αναρωτιέμαι:
ΕΧΕΙΣ ΨΥΧΗ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΝΑ ΠΟΡΕΥΤΕΙΣ ΑΚΟΜΗ;
Κι εκεί,
Τη βλέπω να’ ρχεται κι ανατριχιάζω όλη.
Βάνω τα κλάματα μεμιάς.
-Πώς τόλμησα ν’ αποθαρρέψω,
πώς τόλμησα να πλανηθώ;
Τη βλέπω, στέκετ’ εμπρός μου,
αναμαλλιασμένη.
Φιγούρα αιθέρια,
λευκή σαν απ’ αλλού φερμένη.
Οσφραίνομαι την αύρα της,
και δυναμώνω πάλι.
Δεν ακουμπά στη Γη,
μα με κοιτά με γλύκα.
Το βλέμμα της με ηρεμεί,
ορθώνω και τους ώμους.
Ναι, μπρος τραβώ ολοταχώς
κι ας είναι ακόμη νύχτα.
Κι ας θωρώ το τίποτα,
χωμένο μες τη λάσπη.
Ακούω τη καρδούλα μου,
που μόνο αυτό μηνύει:
-Βάδει σιγά και συνετά,
Βάδει με την ψυχή σου,
στο μονοπάτι που όρισες
Και που αφιερώθεις.
Μη νοιάζεσαι,
πόσο ακόμη έχεις
Αν τα’ χεις καταφέρει,
αν δυνατή σε λεν,
Κι αν σε θυμούνται ακόμη
Τον χτύπο μου άκου και αργά,
κινήσου προς τον θόλο
Θα ‘ρθει η μέρα που θα βρεις
Την Πολυπόθητή σου,
Και μέσα της θα αφεθείς
Ζαφείρι διάφανο,
Και μέσα της θα αγιαστείς,
Κρυστάλλινη ανάσα,
Μέρος του κόσμου ετούτου και της Γης,
Μέρος της θάλασσας και της χαραυγής.
Αυτές οι πληροφορίες δημιουργήθηκαν για να κυκλοφορούν και διανέμονται ελεύθερα, αρκεί να περιλαμβάνουν τις λέξεις “Copyright υλικού © Χρυσή Μπέρου, www.berou.gr“χε